Σοφία Παππά
Talking about everything that makes life beautiful

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα μολύβι. Ένα μηχανικό μολύβι. Είχε κατασκευστεί, αρχικά, για τεχνικό και καλλιτεχνικό σχέδιο. Οι σχεδιαστές και οι σχεδιάστριες  ήταν κάτι άνθρωποι που είχαν ένα χέρι, μα ένα χέρι! Ένα χέρι σταθερό και με την ικανότητα και δεξιοτεχνία να τραβάει γραμμές ίσιες, με ή χωρίς τη βοήθεια χάρακα και τριγώνων, να φτιάχνει καμπύλες, με ή χωρίς τη βοήθεια του διαβήτη.

Ήταν και το χαρτί. Χαρτί…. τί μου θυμίζεις τώρα!  Σαν να μυρίζω τη μυρωδιά του. Από τη μυρωδιά μπορούσες, με λίγη πείρα – μετά από χρήση μακροχρόνια – να καταλάβεις και την ποιότητά του. Ήταν γυαλιστερό;  Ήταν τραχύ; Πόσων γραμμαρίων; Ακόμα και την απόχρωση καταλάβαινες από τη μυρωδιά. Το άσπρο – το αψεγάδιαστο ή το λίγο κιτρινιάρικο που έδειχνες λίγο ακατέργαστο. Και αυτό που μπορεί να έλεγες: «Αχ…πολύ οικολογικό είναι αυτό. Κάτι πήγε στραβά στην πολτοποίηση».

Πίσω στους σχεδιαστές. Και τις σχεδιάστριες. Αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν πάνω σε κάτι γραφεία ξύλινα. Μεγάλα και ξύλινα, τα οποία είχαν μια κάποια κλίση ώστε το χέρι και τα σύνεργα να φέρνουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Βοηθούσε και στη σωστή στάση του σώματος. Ο καφές ή το τσάι μπορούσε σε αυτή την περίπτωση να βρίσκεται παραδίπλα, σε ένα ίσιο και κανονικό γραφείο ή μικρό επιπλάκι ή coffee table . Μαζί και το τηλέφωνο.

Οι ήχοι ολοκλήρωναν το σκηνικό. Κάνω στο μυαλό μου κλιπάκι…σε αργή κίνηση και σε αργό…ήχο ξεκόλλαει η μία κόλλα χαρτιού από την άλλη. Σαν να μην θέλουν να αποχαιρετιστούν  τα μόρια του χαρτιού, χωρίζεται το ένα φύλλο από το άλλο με δυσκολία και ταυτόχρονα είναι σαν να απελευθερώνεται το ένα από το άλλο. Μετά, το μολύβι γλιστράει πάνω του πότε με ευκολία πότε σαν να συναντάει μικρά εμπόδια που, όμως, προσπερνιούνται και βγαίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα, του σχεδιαστή.

Θυμάμαι να μπαίνω στο γραφείο του πατέρα μου που ήταν μηχανικός και να χαζεύω με τις ώρες την σχεδιάστρια που απασχολούσε. Ήταν όλα ιεροτελεστία γι’ αυτήν. Με μεράκι έστηνε τον κόσμο της για να αρχίσει τη δουλειά της. Έπαιρνε τον χρόνο της να ελέγξει τα μολύβια της – μηχανικά και μη- να οργανώσει τα αποθέματα σε χαρτικά και να φτιάξει τον ελληνικό καφέ της, με την μυρωδιά του να μπλέκεται με την μυρωδιά του παρκέ της πολυκατοικίας του ’70.

Ήρθε όμως η στιγμή που χρειάστηκε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο! Να τον αντικαταστήσει με έναν υπολογιστή, έναν εκτυπωτή.  Και τώρα όλα με το χέρι θα γίνονταν. Το ίδιο, σταθερό χέρι. Μόνο που το μολύβι και το χαρτί θα γίνονταν εργαλεία ενός υπολογιστή. Αντικαταστάθηκαν από καλοστημένα σχεδιαστικά προγράμματα. Άλλα για την αρχιτεκτονική, άλλα για τη μόδα ρούχων, άλλα για το κόσμημα.

Στα μαθητικά και τα φοιτητικά μου χρόνια, έγραφα και έσβηνα πολύ. Με χαρτί και με μολύβι. Εξάλλου με εξόπλιζε ο πατέρας μου με τα μηχανικά της τελευταίας λέξης της μόδας. Ήταν κάποια χαρτιά και κάποια μολύβια που με ανατρίχιαζαν. Ήταν κάποιες στιγμές που όταν σκάλωνε η μύτη του μολυβιού ή όταν ήταν τραχειά η μύτη ανατρίχιαζα. Γύριζα το μολύβι στα δάχτυλά μου, μέχρι να βρω την κατάλληλη και λιγότερο ανατριχιαστική γωνία γραφής. Και τότε το ευχαριστιόμουν . Και ήθελα τόσο να μέινει αυτή η γωνία αναλλοίωτη. Όχι ότι έμενε για πολύ. Ερχόταν η στιγμή που έψαχνα την επόμενη ιδανική γωνία γραφής.

Αυτό το κείμενο άρχισα να το γράφω με μολύβι και χαρτί. Και θυμήθηκα τότε που έγραφα εκθέσεις και έλυνα ασκήσεις μαθηματικών και πόναγαν τα δάχτυλα. Δεν ολοκλήρωσα το άρθρο με αυτόν τον τρόπο. Δυστυχώς, όχι απλά πόναγαν τα δάχτυλα μου, αλλά μου ήταν τόσο ξένο το μολύβι! Σαν τα τσοπ στικς που δεν μπορώ να πιάσω καλά με τίποτε. Πήρα, λοιπόν, τον υπολογιστή και τελείωσα την ιστορία για το χαρτί και το μολύβι!