Άννα Σκουλαρίκη
A story to tell…

Τη Φραντζέσκα τη θυμάμαι από το σχολείο όπου πηγαίναμε μαζί. Ήταν ένα χαρωπό κοριτσάκι όλο χάρη και μπρίο! Αυτό το κοριτσάκι, με το χαρακτηριστικά αεικίνητο περπάτημα και τα υπέροχα εκφραστικά μάτια, μεγάλωσε και εξελίχθηκε τη σήμερον ημέρα σε συγγραφέα. Και μάλιστα σε πολλά υποσχόμενη συγγραφέα! Μόλις έλαβα τα βιβλία της διλογίας της, “Η Νύχτα του Σάουιν” και “Καχαραμπού”, χάρηκα ιδιαιτέρως που θα είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω ένα κομμάτι από την ψυχή της στις σελίδες τους. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες το μυαλό έφυγε από τη σκέψη ότι διαβάζω ένα βιβλίο μιας παλιάς συμμαθήτριας και καταβροχθίζοντας τα κεφάλαια ένα-ένα μπήκα σε έναν κόσμο με φως και σκοτάδι ταυτόχρονα. Μέσα στον καταιγιστικό ρυθμό της καθημερινότητας μου, ξέκλεβα μισάωρα για να γεύομαι την πλοκή αυτών των βιβλίων που τόσο με μαγνήτιζαν. Το σήμερα μπλέκεται με το χτες σε πολυ-πολιτισμικά ταξίδια που με μαγικό τρόπο αποτυπώνονται στο χαρτί, σαν να μεταναστεύεις σε τόπους αλλά και σε χρόνο.

Εντυπωσιασμένη από το πρώτο δείγμα γραφής της Φραντζέσκας Μάνγγελ στο στίβο της συγγραφής αποφάσισα να τη γνωρίσουμε καλύτερα, μέσα από μία αποκλειστική συνέντευξη που μας παραχώρησε και την οποία σας παρουσιάζουμε με μεγάλη χαρά! 

Είσαι πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας. Ποια ήταν η έμπνευση/αφορμή να γράψεις βιβλία;

Δεν υπήρχε αφορμή. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου διάβαζα, έγραφα κι αγαπούσα με πάθος τις ιστορίες. Σε όλη μου τη ζωή, από μικρό παιδί, ήμουν μισή εδώ και μισή στη σφαίρα της φαντασίας μου. Κρατούσα ανελλιπώς ημερολόγιο, έγραφα ποιήματα, στίχους, μικρές ιστορίες. Την πρώτη γραφομηχανή μου την πήραν οι γονείς μου όταν ήμουν ακόμη στο δημοτικό. Από τότε ονειρευόμουν να γράψω βιβλία. Μεγαλώνοντας αυτό το όνειρο έγινε ανάγκη. Τόσο βαθιά κι απόλυτη που αν δεν την αφουγκραζόμουν, θα κατέληγα μισός άνθρωπος.

Η μυθιστορηματική διλογία “Η νύχτα του Σάουιν” και “Καχαραμπού” εμπεριέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία;

Ως ένα σημείο. Η Νύχτα του Σάουιν διαδραματίζεται σε μια μικρή πόλη της Βόρειας Αγγλίας, αντίστοιχη με εκείνη που είχα σπουδάσει όταν ήμουν φοιτήτρια και αντλεί πολλά στοιχεία από την καθημερινότητα των φοιτητών την εποχή των ‘90ς. Και το Καχαραμπού στη συνέχεια, διαδραματίζεται στην Αφρική όπου είχα την τύχη να βρεθώ φιλοξενούμενη μιας ντόπιας οικογένειας και να έρθω σε επαφή με τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Οι περισσότερες εικόνες λοιπόν που υπάρχουν στη διλογία βασίζονται σε μέρη τα οποία έχω επισκεφτεί και ζήσει. Οι ήρωες μου επίσης έχουν διάσπαρτα χαρακτηριστικά από ανθρώπους που με έχουν κεντρίσει. Μέχρι εκεί όμως. Η ίδια η ιστορία είναι 100% πλασματική.     

Υπάρχουν ομοιότητες στο χαρακτήρα μεταξύ της συγγραφέως και της Στέφης, της πρωταγωνίστριας της;

Σε πολύ μικρό βαθμό. Αγαπάμε κι οι δύο τις τέχνες, την αλλαγή και το αίμα μας βράζει. Όμως η Στέφη έχει κάτι βαρύ μέσα της. Κουβαλάει σκληρά παιδικά χρόνια, την απουσία του έρωτα και της αγάπης, τη μοναξιά. Εγώ πάλι έχω ζήσει ακριβώς το αντίθετο. Μεγάλωσα σε ένα όμορφο και ζεστό οικογενειακό περιβάλλον με δυο πολύ δοτικούς και τρυφερούς γονείς οι οποίοι με στήριζαν και με στηρίζουν σε κάθε μου βήμα δίχως ποτέ να προσπαθήσουν να με ελέγξουν. Αντίστοιχα και στις σχέσεις μου, φιλικές και προσωπικές, νιώθω ότι έχω εισπράξει πολλή αγάπη. Το να μπω λοιπόν στην ψυχή της Στέφης η οποία βρίσκεται στο άλλο άκρο και παλεύει συνεχώς με την αυτοκαταστροφή, ήταν για μένα η πρώτη και μεγαλύτερη πρόκληση της ιστορίας.   

Το πρώτο μέρος, “Η νύχτα του Σάουιν” τιμήθηκε με το Βραβείο Ελληνικής Πεζογραφίας από Πρωτοεμφανιζόμενο Συγγραφέα (2018). Τι πιστεύεις ότι το έκανε τόσο αγαπητό στο κοινό;

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Το αν ένα βιβλίο θα έχει απήχηση στο κοινό είναι κάτι που δεν τον γνωρίζεις εκ των προτέρων και δεν μπορείς να το εξηγήσεις εκ των υστέρων. Η μοναδική υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι επειδή το πίστεψα, το δούλεψα και το έζησα στο πετσί μου. Νομίζω ότι αυτό εισέπραξαν κι οι αναγνώστες. Την αλήθεια, την πίστη και την αγάπη με τις οποίες φτιάχτηκε η Νύχτα. Και την αγάπησαν κι εκείνοι με τη σειρά τους.  


Ποιους συγγραφείς και ποια συγγραφικά έργα θαυμάζεις;

Είναι πάρα πολλοί και διαφορετικοί ανά περιόδους. Αυτό θεωρώ πως είναι και το πιο συναρπαστικό κομμάτι της λογοτεχνίας. Είναι ανεξάντλητη και αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Ακόμα κι ένα βιβλίο που διάβασες πριν δέκα χρόνια, αλλιώς θα το διαβάσεις τώρα. Κάθε μέρα μπορεί να γνωρίσεις ένα συγγραφέα, ένα ανάγνωσμα που θα σε συνεπάρει, ακόμα και θα σε αλλάξει ως άνθρωπο. Πρόσφατα διάβασα το «Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε» του Άντονυ Ντορ. Μαγεύτηκα! Ζήλεψα τη γραφή του! Γέμισα όλο το βιβλίο σημειώσεις. Και στη συνέχεια το τοποθέτησα σε μια μικροσκοπική βιβλιοθήκη δύο ραφιών που έχω στο υπνοδωμάτιο μαζί με τα βιβλία των πιο αγαπημένων μου: Τσβάιχ, Ντυράς, Θαφόν, Φώουλς, Μπροντέ, Κεντ, Πόε, Αλεξάκη, Γώγου, Βαμβουνάκη, Θέμελη και Βέλμο.    

Πώς περνάς τις ημέρες σου προ και κατά τη διάρκεια της καραντίνας;

Ήσυχα. Τα τελευταία τρία χρόνια, με την γέννηση της κόρης μου, είχαν αλλάξει έτσι κι αλλιώς οι ρυθμοί μου και περνούσα τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Με την καραντίνα όμως βιώνουμε την εποχή της επανάληψης. Όλες οι μέρες είναι όμοιες˙ δουλειά στο σπίτι, παιχνίδι, ένας περίπατος στον ήλιο, τηλεφωνική επικοινωνία με τους γονείς κι αγαπημένους φίλους, γράψιμο αργά το βράδυ. Υπάρχουν ημέρες που κυλούν ήρεμα κι αβίαστα κι άλλες που κουράζομαι και λέω «ως πότε;». Τουλάχιστον η τέχνη, κάνει την κατάσταση πιο υποφερτή. Η μουσική, η λογοτεχνία, οι ταινίες, δίνουν χρώμα στις μέρες μας. Το διαδίκτυο με τη σειρά του διευκολύνει τις επαφές μας. Όμως λείπει η ανεμελιά. Έχει ποδοπατηθεί από τις δυσκολίες, τις απώλειες, την ψυχική πίεση που ασκείται σε όλους. Ακόμη κι αν ο ίδιος βιώνεις την καραντίνα σχετικά ομαλά δεν μπορείς να μην κοιτάξεις γύρω σου δίχως να αναστατωθείς, να τρομάξεις, να θες να βοηθήσεις τον συνάνθρωπό σου με όποιο τρόπο μπορείς.

Θα ήθελες να περάσεις κάποιο μήνυμα στις γυναίκες, μιας και στις 8 Μαρτίου είναι η γιορτή μας;

Η ημέρα μνήμης των αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών αγγίζει θέματα μεγάλα και σύνθετα, τα οποία θέλουν χώρο και απεριόριστο σεβασμό για να τα προσεγγίσει κανείς.

Εγώ όμως σήμερα δεν θα μιλήσω για αυτά αλλά για ένα διαφορετικού είδους δικαίωμα. Κάτι φαινομενικά απλό και αυτονόητο το οποίο όμως έχει καταλήξει ως το πιο δυσεύρετο: Την εξισορρόπηση των αναγκών και των ρόλων μας.

Στην εποχή μας, η γυναίκα έχει επωμιστεί τόσα πολλά που στην προσπάθειά της να ανταπεξέλθει στους πολύπλευρους και απαιτητικούς ρόλους της, αναγκάζεται να βάλει στο περιθώριο το σημαντικότερο: Τον εαυτό της. Μαζί κι όλα εκείνα που την κάνουν να νιώθει όμορφα με το μέσα της. Με αφορμή λοιπόν τη σημερινή μέρα θα ήθελα να υπενθυμίσω σε όλες μας πως ο εαυτός μας είναι ο πυρήνας απ’ όπου παίρνουμε δύναμη για να ανταπεξέλθουμε στους υπόλοιπους τομείς της καθημερινότητάς μας. Δίχως την εσωτερική μας ισορροπία αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσουμε. Για αυτό θα πρέπει να δίνουμε καθημερινό αγώνα. Μια στιγμή, ένα μικρό διάλλειμα, μια δραστηριότητα, κάτι που αγαπάμε και απολαμβάνουμε είναι αρκετό για να γεμίσει η ψυχή μας με τη δύναμη, την ηρεμία και την ενέργεια που χρειαζόμαστε για να είμαστε ευτυχισμένες. Ακούγεται δύσκολο, το βλέπουμε όλες καθημερινά στην πράξη, όμως αν υπάρχει ένα πράγμα που αξίζει να πολεμήσει κανείς, αυτό είναι η ευτυχία. Χρόνια μας πολλά!  

Τέλος, είναι στα σκαριά κάτι καινούριο από εσένα; 

Αυτήν την περίοδο ολοκληρώνω κάτι το οποίο δουλεύω εδώ και ενάμιση χρόνο. Πρόκειται για μία ιστορία εντελώς διαφορετική απ’ ότι έχω γράψει ως τώρα. Μία ιστορία επιβίωσης, αφοσίωσης και αυτοθυσίας η οποία με τρόμαξε και με μαγνήτισε μαζί εξαιτίας των όσων πραγματεύεται: Tην ελευθερία και το αναφαίρετο δικαίωμα στη ζωή. Τη μάχη ενάντια στο πιο σκοτεινό και παρανοϊκό πρόσωπο της ανθρώπινης φύσης με μόνα όπλα το θάρρος και την αγάπη.