Ήθελα πολύ να μοιραστώ αυτή την εμπειρία μου μαζί σας, σε σημείο που όσο τη ζούσα κρατούσα νοερώς σημειώσεις, μη τυχόν και ξεχάσω κάποια συνταρακτική λεπτομέρεια της πιο σουρεάλ επίσκεψης σε δερματολόγο που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Είχα μήνες να επισκεφθώ τη δερματολόγο μου και, όσο και αν προσπαθούσα να προσποιηθώ ότι ο χρόνος είναι μία έννοια σχετική, το δέρμα μου είχε διαφορετική άποψη. Κάτι κάποια σπυράκια που έκαναν την εμφάνισή τους, κάτι η θαμπή επιδερμίδα που καμιά κρέμα νυχτός δεν μπορούσε να βελτιώσει, άσε και τους πόρους του δέρματος που έφτασαν να μοιάζουν με κρατήρες ηφαιστείου, πήρα την απόφαση να επισκεφθώ τη δερματολόγο μου για έναν απλό καθαρισμό προσώπου. Μέχρι εδώ όλα καλά. Η ιστορία ξεκινάει όταν μία συνάδελφος από τη δουλειά, αυτοεστεμμένη beauty expert, πες για τις celebrity που παρελαύνουν από το γραφείο μιας top δερματολόγου που ξέρει, πες ότι “πρέπει να πηγαίνουμε σε διαφορετικούς γιατρούς για να παίρνουμε και δεύτερες γνώμες”, με έπεισε να επισκεφθώ την δερματολόγο στην οποία πηγαίνει και η ίδια και, όπως φρόντισε επί 3 ημέρες να με πληροφορεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα, “είναι κορυφή στον τομέα της”, “το χέρι της δεν υπάρχει” (καλά δεν θα πήγαινα και για χειρουργείο), “θα βγεις με νέο πρόσωπο από το ιατρείο της” (αυτό το τελευταίο, εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να με προβληματίσει…).

Χθες ήταν η μεγάλη μέρα του ραντεβού με τη δερματολόγο, το οποίο είχα κλείσει 3 εβδομάδες πριν και κατά την ρεσεψιονιστ του ιατρείου “ήμουν πολύ τυχερή που βρήκα διαθέσιμο ραντεβού σε τόσο short notice”. Με όλη, λοιπόν, την τύχη που με ακολουθούσε (και με τη βούλα της ρεσεψιονιστ) διέσχισα την πόρτα της δερματολόγου. Ο χώρος πολύ σικάτος, κλασσικός, με ένα σαλόνι αναμονής γεμάτο με γυναίκες κάθε ηλικίας. Τόσο γεμάτο που, ενώ κοίταξα και κοντοστάθηκα αμήχανα μπροστά στα εξεταστικά τους μάτια που με σκάναραν από πάνω ως κάτω (προφανώς σκέφτονταν “αυτή τι να θέλει να κάνει στο πρόσωπό της”, “δεν φαίνεται πολύ τραβηγμένη”, “Η καημένη, ένα peeling λάμψης το χρειάζεται, κουρασμένη φαίνεται” κλπ), καρέκλα να καθίσω δεν βρήκα. Και εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μου η τέταρτη διαφορετική κατά σειρά βοηθός δερματολόγου ντυμένη σαν νοσοκόμα όπως και οι υπόλοιπες τρεις που πήρε το μάτι μου κατά την είσοδό μου στο ιατρείο, κρατώντας μία πτυσσόμενη καρέκλα, την οποία μου άνοιξε για να καθίσω στο κέντρο της αίθουσας. Τι να πω, κάθισα. Δεν μπορεί, για να βγάζουν και πτυσσόμενες καρέκλες από τη ζήτηση που έχει η δερματολόγος, θαύματα θα κάνει, σκέφτηκα. Και περίμενα… Περίμενα πολύ. Μία ώρα, μιάμιση, δύο ώρες. Και κάθε φορά που ευγενικά ρωτούσα τις ασπροντυμένες νοσοκομειακά βοηθούς πότε θα έρθει η σειρά μου και γιατί υπάρχει τέτοια καθυστέρηση, με κοιτούσαν με αυτό το βλέμμα της έμπειρης ειδικού που τη ρωτάει μία αδαής κάτι τόσο βλακώδες, σαν να απορούσαν που δεν ένιωθα ευγνώμων για την τύχη μου να είμαι στην αναμονή για τη συγκεκριμένη γιατρό. Στις δυόμισι, τελικά, ώρες με λυπήθηκε ο Θεός και άκουσα μία διαφορετική πάλι βοηθό να φωνάζει το όνομά μου (μη σας πω ότι στη αρχή νόμιζα ότι έχω παραισθήσεις από την κούραση της αναμονής και δεν αντέδρασα στο κάλεσμα του ονόματός μου, με την τρίτη φορά που με φώναξε σηκώθηκα).

Και μπαίνω στο εξεταστήριο – ναό, όπου μία διαφορετική πάλι βοηθός με υποδέχτηκε (αυτή από το ύφος και μόνο φαινόταν πιο υψηλόβαθμη, κάτι σαν το δεξί χέρι της γιατρού). Με κάθισε στην καρέκλα της εξέτασης, μου έβαλε σκουφάκι στο μαλλί, μια λοσιόν για να ξεβάψει ότι είχε μείνει-λιώσει από την πολύωρη αναμονή και μου έχωσε και έναν καθρέφτη στο χέρι, λέγοντάς μου ότι θα μου χρειαστεί. Μετά από κανένα δεκάλεπτο μπαίνει μέσα η γιατρός-φίρμα, κάνοντας μία τόσο θεατράλε είσοδο που περισσότερο θύμιζε πρωταγωνίστρια που έβγαινε στη σκηνή για να δοξαστεί από το κοινό της, παρά γιατρό που θα εξετάσει ασθενή. Χωρίς να μου ρίξει μια ματιά, μίλησε με την βοηθό για να της πει εν συντομία το ιστορικό μου, έβαλε τα γυαλιά και τα γάντια της και κάθισε να με εξετάσει. Το πρώτο βλέμμα που μου έριξε, μάλλον ήταν βλέμμα τρόμου και συνοδεύτηκε από ένα αποστομωτικό σχόλιο “Αχ, έχουμε πολλά να πούμε εδώ!”. Στο σημείο αυτό θα κάνω αγαπημένες μου φίλες και φίλοι μία παρένθεση και θα σας πω ότι, κατά γενική ομολογία, το δέρμα μου είναι σε πολύ κατάσταση για την ηλικία μου και γενικότερα πέρα από την ανάγκη για καθαρισμό και το περιστασιακό peeling κανένας δερματολόγος μέχρι σήμερα δεν με έχει κοιτάξει με βλέμμα τρόμου και απόγνωσης. Συνεχίζω, λοιπόν. Η επόμενη ατάκα της δερματολόγου ήταν “Επειδή εγώ βλέπω πολλά και διάφορα, πες μου εσένα τι σε ενοχλεί και μετά θα σου επισημάνω τι πρέπει να φτιάξουμε”. Και εκεί, σε κατάσταση σοκ για αυτό που ζω, και μη ξέροντας αν πρέπει να γελάσω ή να το βάλω στα πόδια ψελλίζω “Ξέρετε, εγώ για έναν καθαρισμό και μια μάσκα ήρθα…”, για να πάρω την αποστομωτική απάντηση “Μα καλά, 20 χρονών νομίζεις ακόμη ότι είσαι; Αυτά είναι για άλλες ηλικίες. Πάρε τον καθρέφτη να σου δείξω (εκεί κατάλαβα σε τι χρησίμευε ο καθρέφτης που τόση ώρα μου έδωσαν να κρατάω στο χέρι). Χρειαζόμαστε ανόρθωση εδώ και εδώ, υαλουρονικό στο στόμα γιατί φαίνεται ότι γελάς συνέχεια, botox στο μεσόφρυο και στο κούτελο γιατί σε παρατηρώ τόση ώρα κάνεις πολύ άσχημες εκφράσεις…”. Και μένω άναυδη. Είναι, όμως, η στιγμή που αποφασίζω ότι πρέπει να το διασκεδάσω και απαντώ με ταλέντο ηθοποιού Επιδαύρου και βάλε “Ναι, κυρία Χ, έχετε δίκιο, πρέπει να το παραδεχτώ είναι αρκετά αυτά που θέλω να φτιάξω στο πρόσωπό μου, πείτε μου τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνω για να μοιάζω σε όλες τις διάσημες που κουράρετε”. Η δερματολόγος, ανέκφραστη από τους τόνους botox που είχε κάνει στο δικό της πρόσωπο, πήρε το ύφος expert που καλείται να φέρει εις πέρας ένα πολύ απαιτητικό έργο και μου απαντά “Είναι πολλά, αλλά θα τα φτιάξουμε σιγά σιγά, πρέπει να βάλουμε πρόγραμμα. Τι να κάνω που, αντί να ξεκινάτε τη συντήρηση από τα 25, μου έρχεστε εδώ μόλις πατήσετε τα 40, και πρέπει μετά εγώ να κάνω θαύματα!”. Λοιπόν, εδώ, και πέραν του αστείου της υπόθεσης, θέλω να σας πω ότι τέτοιοι γιατροί είναι ικανοί, όχι μόνο να δημιουργήσουν πλασματικές ανάγκες και αγωνίες στις γυναίκες που δεν έχουν καλή εικόνα για τον εαυτό τους ή είναι τη δεδομένη χρονική στιγμή σε ευαίσθητη ψυχολογική κατάσταση, αλλά και σε χρόνο μηδέν να ρίξουν την αυτοπεποίθησή τους στα τάρταρα. Θέλει προσοχή!

Συνεχίζοντας, βέβαια, εγώ την πλακίτσα, με πολύ σοβαρό ύφος, αφού τελείωσε η γιατρός τη λίστα των όσων πρέπει να κάνω κατά τη γνώμη της για να κυκλοφορώ στο δρόμο (δεν μου το είπε ευθέως, αλλά εκεί οδηγούνταν το θέμα), τη ρωτάω “Μήπως, κυρία Χ, θα μπορούσαμε να κάνουμε λιγότερο παρεμβατικά πράγματα για να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα;” Στο σημείο αυτό, πετάει τα γυαλιά της, σηκώνεται από την καρέκλα και με ύφος απεγνωσμένο μου λέει την φοβερή ατάκα “Να φτιάξουμε το πρόσωπό σου μη παρεμβατικά; Ξέρεις τι μου λες τώρα; ; Ότι θέλεις να πάρουμε τα Γιάννενα με το ναυτικό, γίνεται; Δεν γίνεται!”. Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ άλλο. Γέλασα μέχρι δακρύων. Της είπα ότι θα τα σκεφτώ όσα μου πρότεινε και θα επανέλθω (ποτέ εννοείται).

Περπατώντας από το ιατρείο προς το μετρό, από τη μία ένιωθα ότι είχα παρακολουθήσει -συμμετάσχει καλύτερα- σε μία απίστευτου γέλιου κωμωδία, από την άλλη όμως σκέφτηκα και πόσες επαγγελματίες αυτού του στυλ υπάρχουν και επενδύουν στην ανασφάλεια και φιλαρέσκεια των γυναικών για να βγάλουν κέρδος, διαλύοντας την αυτοπεποίθησή τους, την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, δημιουργώντας τους την ανάγκη να γίνουν κάποια άλλη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το μόνο που προτείνω είναι να τρέχουμε μακριά από τέτοιους ανθρώπους και επαγγελματίες, να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού μας και να τον αγαπάμε έτσι ακριβώς όπως είναι, με τη φθορά του χρόνου και τα σημάδια των συναισθημάτων και εμπειριών μας αποτυπωμένα στο πρόσωπό μας, πάνω από όλα με ένα πλατύ χαμόγελο και γέλιο (ναι, και ας κάνουμε εκείνες τη ρυτίδες γύρω από το στόμα!).