Ανοίγω τα μάτια μετά από έναν βαθύ ύπνο, ξεκούραστο, από αυτούς χωρίς όνειρα. Το σπίτι ακομη σε απόλυτη ησυχία. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και τρέχω αναμαλλιασμένη και ξυπόλητη πάνω στο δροσερό μάρμαρο στην κουζίνα. Σχεδόν με κλειστά μάτια βάζω την καφετιέρα και το σπίτι ευωδιάζει από τη μεθυστική μυρωδιά του καφέ αναμειγμένου με την εξωτική βανίλια. Ανυπομονώ για τη στιγμή θα κρατήσω τη ζεστή κούπα στις παλάμες μου, θα πιώ αυτή την πρώτη γουλιά που θα σημάνει το ξεκίνημα μιας καινούριας μέρας, θα ξεκινήσω να βάζω τις σκέψεις μου σε τάξη.

Μέχρι να είναι έτοιμος ο καφές, κάνω ένα δροσερό ντους. Η μέρα είναι ζεστή και δεν υπάρχει καλύτερη αίσθηση από το δροσερό νερό να διώχνει κάθε ίχνος ύπνου από το κορμί σου και το αφρόλουτρο πορτοκάλι να σου δημιουργεί αυτό το αίσθημα ευεξίας που σε προετοιμάζει για μια γεμάτη μέρα.

Θα φορέσω κάτι απλό, παλιό, ξεχειλωμένο. Άλλωστε η μέρα είναι αφιερωμένη σε εμένα, όχι στην εικόνα μου. Θα χτενίσω τα μαλλιά μου με αυτή την χτένα που, τώρα που το σκέφτομαι, την είχα αγοράσει ένα καλοκαίρι πριν πολλά χρόνια σε κάποιες διακοπές (πάλι κάτι απαραίτητο είχα ξεχάσει από το νεσεσέρ των διακοπών). Έτοιμη!

Έτοιμος και ο καφές, στην extra large κούπα με το Merry Christmas -που κάποιος μου χάρισε πριν μερικά Χριστούγεννα, το πόσα τώρα δεν το θυμάμαι, αλλά ποιος μετράει; Επίκαιρο το θέμα μες τη ντάλα καλοκαίρι δεν το λες, αλλά ποιος νοιάζεται; Θα κόψω και μια φέτα κέικ σοκολάτας, πάει τέλεια με τον μοσχομυριστό μου καφέ.

Ανοίγω την μπαλκονόπορτα και η πρώτη καλημέρα είναι από την ανθισμένη μου γαρδένια. Μέσα στα λευκά, με τόση χάρη και κομψότητα, με τη διαπεραστική ευωδιά της (τελικά έχουν δίκιο όσοι λένε ότι τα λουλούδια θέλουν περιποίηση και αγάπη, η δική μου γαρδένια μου την ανταπέδωσε και με το παραπάνω). Ουπς! Δεν έχω σκουπίσει τη βεράντα, αλλά σήμερα δεν με πειράζει τίποτα. Ξυπόλητη ακόμη, ισορροπώντας στο ένα χέρι την κούπα του καφέ και το πιατάκι του κέικ, κάθομαι αναπαυτικά στην καρέκλα με το αναπαυτικό μαξιλάρι, με τα πόδια απλωμένα στο πρώτο φως του ήλιου που έχει εδώ και ώρα ξεπροβάλλει. Μήπως να ξεκινήσω επιτέλους εκείνο το βιβλίο που όλο αναβάλω να διαβάσω;

Μηχανικά κάνω να ανοίξω το κινητό, αλλά σταματώ. Δύο πουλάκια κάθονται στο κάγκελο, θα προτιμήσω την παρέα τους. Πάνω στο τραπεζάκι της βεράντας έχω ένα παλιό ραδιοφωνάκι. Το ανοίγω. Η μουσική ξένη, ανεβαστική, χορευτική, αισιόδοξη. Σηκώνομαι και κάνω ένα σύντομο αυτοσχέδιο χορευτικό, νιώθω τη διάθεσή μου να ανεβαίνει, μία -χωρίς λόγο- αισιοδοξία να με κυριεύει, αλλά χρειάζομαι πραγματικά κάποιο συγκεκριμένο λόγο για να νιώσω χαρούμενη;

Και κάπου εκεί,  παίρνω μια βαθιά ανάσα, ρουφάω μια γουλιά από τον αχνιστό καφέ, τεντώνομαι νωχελικά στην καρέκλα και, κάπου εκεί σκέφτομαι, «Καλημέρα! Μα είναι δυνατόν αυτή να μην είναι μια θαυμάσια ημέρα;»