“Κάποιος Θεός περιγελά την απατηλή βεβαιότητα των ανθρώπων”… Δεν ξέρω για τη δική σας, τη δική μου πάντως σίγουρα. Τελευταία μέρα της καλοκαιρινής μου άδειας σήμερα, από Δευτερά πάλι στην δουλειά και τη ρουτίνα, και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω προλάβει να κάνω και να απολαύσω ούτε τα μισά από όσα περιλάμβανε η καλοκαιρινή must-do λίστα μου.

Μία λίστα που σαν εργόχειρο κέντησα όλο τον χειμώνα περιλαμβάνοντας όλα όσα μου έχουν λείψει τα τελευταία δύο χρόνια, όλα όσα ονειρευόμουν και με κρατούσαν μακριά από την κατάθλιψη τις χειμωνιάτικες μέρες και νύχτες. Ονειρεύτηκα ταξίδια με το πλοίο σε νησιά που δεν έχω ξαναεπισκεφθεί (island hoping όπως είθισται να το λέμε τελευταία), βραδινά κοκτέιλς και χορό υπό τους ήχους καλοκαιρινής μουσικής παρέα με όλους τους φίλους και τις φίλες που μου έχουν λείψει τόσο καιρό (άδικα το κάναμε αυτό το εμβόλιο;), τεμπέλικα μεσημέρια στην παραλία να διαβάζω το βιβλίο μου (αυτό που σας έλεγα ότι το κρατώ αδιάβαστο στο τραπεζάκι του σαλονιού εδώ και 2 χρόνια και ποτέ δεν αξιώνομαι να το ξεκινήσω), θερινό σινεμά κάτω από τα αστέρια στην άδεια Αθήνα του Αυγούστου ή σε κάποιο γραφικό σινεμά ενός νησιού (που θα μοσχοβολά βασιλικό και γαρδένια)…. Και πόσα ακόμη…

Και σήμερα, τελευταία επίσημη μέρα της άδειάς μου από τη δουλειά, συνειδητοποιώ ότι οι μέρες πέρασαν σαν αστραπή, ότι είτε δεν έκανα όλα αυτά που με τόση λαχτάρα περίμενα ή ότι δεν τα έκανα στο βαθμό που τα είχα ανάγκη. Δεν πήγα σε κανένα νησί γιατί φοβήθηκα την έξαρση της πανδημίας, προτίμησα πάλι ο φόβος να με νικήσει και να με καταπιέσει, δεν πρόλαβα να τελειώσω το βιβλίο μου (ευτυχώς το περιμένει η θέση του στο τραπεζάκι του σπιτιού), δεν είδα όλους τους φίλους που ήθελα (μάλλον και αυτοί φοβισμένοι θα είναι και θα περιορίζουν τις συναναστροφές τους τώρα που αυξάνονται τα κρούσματα), δεν χόρεψα μέχρι το ξημέρωμα. Δυστυχώς δεν νιώθω ότι γέμισα τις μπαταρίες για έναν ακόμη απαιτητικό και απρόβλεπτο χειμώνα.

Και, ξέρετε ποιο είναι το παράξενο; Ότι με όσους έχω μιλήσει αυτές τις μέρες αισθάνονται ακριβώς το ίδιο. Πάντα οι μέρες το διακοπών περνούν γρήγορα -όπως και κάθετι ευχάριστο και χαλαρωτικό- όμως φέτος οι μέρες του καλοκαιριού πέρασαν για όλους τόσο γρήγορα που είναι σαν να μην τις ζήσαμε ποτέ…

Γιατί, όμως, ο χρόνος, η δική μας αίσθηση του χρόνου και της απόλαυσης έχουν αλλάξει τόσο πολύ;

Μήπως έχουμε μάθει πλέον να ζούμε με μία ψυχοσύνθεση θλίψης, φόβου, αβεβαιότητας που δεν μας επιτρέπει να χαλαρώσουμε, να απολαύσουμε, να νιώσουμε ξεγνοιασιά; (πως να νιώσω ασφαλής, να αφεθώ και να χαλαρώσω, να διασκεδάσω, να αγκαλιάσω, να κινηθώ στον χώρο όταν συνεχώς φοβάμαι ότι θα κολλήσω έναν ιό που ίσως προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην υγεία τη δική μου και των γύρω μου;)

Μήπως με όσα συμβαίνουν γύρω μας νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε να προσφέρουμε στον εαυτό μας στιγμές ευτυχίας και αισιοδοξίας; (όταν καίγεται η χώρα μου, ο πλανήτης μου, όταν η φύση αποφάσισε να με εκδικηθεί, όταν ο γείτονας, ο συνάνθρωπος χάνουν το σπίτι, τη ζωή, τις αναμνήσεις τους, εγώ πως θα νιώθω ανέμελη λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα με το μοχίτο στο χέρι;)

Μήπως έχει ριζώσει μέσα μας η πεποίθηση ότι το αύριο θα είναι σίγουρα χειρότερο από το σήμερα και μοιρολατρικά έχουμε βάλει τη ζωή μας σε μία επίπεδη κίνηση, χωρίς να επιζητούμε εξάρσεις και έντονες στιγμές; (η νοοτροπία του καλά είμαστε και τώρα, μη ζητάς πολλά, αύριο χάλια θα είναι τα πράγματα και δόξα τον Θεό να λες)

Για σκεφτείτε, μήπως τελικά δεν είναι το καλοκαίρι το θέμα μας και το πως περάσαμε στις διακοπές μας, αλλά η ίδια μας η ζωή και το πως έχουμε συμβιβαστεί μαζί της;




Κεντρική φωτογραφία: Feeh Costa on Unsplash